ἑταιρισμός

ἑταιρ-ισμός, , (
A

ἑταιρίζω 11

) harlotry, Clearch.6, OGI674.17 (Egypt, i A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εταιρισμός — (ΑΜ ἑταιρισμός) [εταιρίζω] η πορνική ζωή, η πορνεία …   Dictionary of Greek

  • εταιρισμός — ο η εκπόρνευση, η συστηματική πορνεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑταιρισμοῦ — ἑταιρισμός harlotry masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρισμῷ — ἑταιρισμός harlotry masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορνεία — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται η, κατόπιν χρηματικής αμοιβής, σεξουαλική επαφή ενός ατόμου με άλλο άτομο του ίδιου ή αντίθετου φύλου. Τα άτομα που ασκούν την π., σπάνια επιλέγουν τους «πελάτες» τους, οι οποίοι και αν δεν τους είναι εντελώς… …   Dictionary of Greek

  • οικογένεια — Κοινωνικός θεσμός εξαιρετικής σημασίας, που αναπτύχθηκε ιστορικά σε όλο σχεδόν τον κόσμο ως μονογαμικός δεσμός του άντρα και της γυναίκας για την ικανοποίηση φυσικών αναγκών, την απόκτηση τέκνων και τη θεμελίωση μιας οικιακής κοινότητας.… …   Dictionary of Greek

  • πορνεία — η 1. το επάγγελμα και η ιδιότητα της πόρνης, αλλ. εταιρισμός. 2. προσφορά σεξουαλικής ικανοποίησης, με αμοιβή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.